σίλφιο

το / σίλφιον, ΝΑ
γένος, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, αγγειόσπερμων δικότυλων ποωδών φυτών, που ανήκει στην οικογένεια σύνθετα τής τάξης αστεριώδη, με 12 είδη, πολλά από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν ως τονωτικά και αποχρεμπτικά
αρχ.
τόπος στον οποίο φυτρώνει σίλφιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. άγνωστης προέλευσης, πιθ. αφρικανικής. Η λ., ως επιστημον. όρος τής Νέας Ελληνικής, είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. silphium].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Trait d'union conditionnel — Le trait d’union conditionnel ou trait d’union virtuel est, en informatique et en typographie, un caractère sans chasse (U+00AD liant sans chasse, HTML : #173; shy;) indiquant où une coupure de mot est permise, et celle ci est rendue visible …   Wikipédia en Français

  • Altgriechisch — Zeitraum etwa 800 v. Chr.–300 v. Chr. (auch bis 600 n. Chr.) Ehemals gesprochen in (vorwiegend östlicher) Mittelmeerraum Linguistische Klassifikation Indo Europäisch Altgriechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Altgriechische Sprache — Altgriechisch Zeitraum etwa 800 v. Chr.–300 v. Chr. (auch bis 600 n. Chr.) Ehemals gesprochen in (vorwiegend östlicher) Mittelmeerraum Linguistische Klassifikation Indoeuropäisch Altgriechi …   Deutsch Wikipedia

  • Griechische Grammatik — Altgriechisch Zeitraum etwa 800 v. Chr.–300 v. Chr. (auch bis 600 n. Chr.) Ehemals gesprochen in (vorwiegend östlicher) Mittelmeerraum Linguistische Klassifikation Indo Europäisch Altgriechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Klassisches Griechisch — Altgriechisch Zeitraum etwa 800 v. Chr.–300 v. Chr. (auch bis 600 n. Chr.) Ehemals gesprochen in (vorwiegend östlicher) Mittelmeerraum Linguistische Klassifikation Indo Europäisch Altgriechisch …   Deutsch Wikipedia

  • βαλσαμέλαιον — βαλσαμέλαιον, το (AM) και βαλσαμόλαιον (Μ) σίλφιο, φαρμακευτικό φυτό …   Dictionary of Greek

  • σιλφιοπώλης — ὁ, Α αυτός που πουλάει σίλφιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίλφιον «είδος φυτού» + πώλης*] …   Dictionary of Greek

  • σιλφιοφόρος — ον, Α (για τόπο) αυτός που παράγει σίλφιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίλφιον «είδος φυτού» + φόρος*] …   Dictionary of Greek

  • σιλφιωτός — ή, όν, Α [σιλφιῶ] καρυκευμένος με σίλφιο …   Dictionary of Greek

  • σιλφιόεις — εσσα, εν, Α παρασκευασμένος από σίλφιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίλφιον «είδος φυτού» + κατάλ. όεις*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.